Σαράντα μέρες πριν τα Χριστούγεννα, ξεκινάει η προετοιμασία σώματος και ψυχής. Νηστεία, όχι τόσο αυστηρή όσο εκείνη της σαρακοστής του Πάσχα, αλλά νηστεία. Ο πιστός πρέπει να είναι έτοιμος για να γιορτάσει τη γέννηση του θεανθρώπου.
Ο Μπάμπης έκλεισε το τηλέφωνο νευριασμένος. Είχε αρχίσει να του τη δίνει η κατάσταση με τον Γιαννόπουλο. Εξάμηνη επιταγή του είχε δώσει ο παπάρας, που είχε λήξει εδώ και τρεις μέρες. Κάνε άλλη μια μέρα υπομονή ρε φίλε, σε παρακαλώ. Θα τα βρω σήμερα τα λεφτά και αύριο πρωί-πρωί θα τα βάλω. Κάθισε αναπαυτικά στην καρέκλα του και άναψε τσιγάρο. Το μυαλό του ταξίδεψε για λίγο. 24 Δεκέμβρη. Πιτσιρίκος, με το τρίγωνο στο χέρι και με το Γιωργάκη, τον παιδικό του φίλο, να τρέχουν από σπίτι σε σπίτι. Η πόρτα του γραφείου άνοιξε. Να τα πούμε? Μας τα'χετε πρήξει από το πρωί, σκέφτηκε. Να τα πείτε.
Παντρεμένος από τα 26 του ο Μπάμπης. Έβγαινε με τη Σοφία για κανένα τρίμηνο και ένα απόγευμα θλιμένο η Σοφία, με ύφος γεμάτο δυστυχία, του το ξέρασε: είμαι έγκυος. Αισθάνθηκε σα να είχε φάει ένα τούβλο στο κεφάλι, αλλά έκανε λάθος. Το τούβλο το έφαγε λίγες στιγμές αργότερα. Το είπα στη μαμά μου και εκείνη το είπε στο μπαμπά μου, αλλά ευτυχώς δεν έγινε έξαλλος. Περιμένει να σε γνωρίσει σύντομα.
Κάπως έτσι βρέθηκε ο Μπάμπης παντρεμένος και με παιδί. Τους πάντρεψε ο παιδικός του φίλος, ο Γιωργάκης που τώρα πια είχε μεγαλώσει και είχε γίνει Γιώργος. Και στην αρχή ήταν καλά. Ήρθε το παιδί, ήρθε και το δεύτερο μετά από δύο χρόνια. Και η δουλειά πήγαινε καλά, οπότε και η οικογένεια περνούσε καλά. Μετά ήρθε η Σόνια. Όπου Σόνια, μια Βουλγάρα που ήρθε στην Ελλάδα για να φτιάξει ένα μικρό κομπόδεμα και να βοηθήσει και την οικογένειά της στη Βουλγαρία και την οποία γνώρισε ένα βράδυ που ο Γιώργος και άλλοι δύο τον τράβηξαν με το ζόρι σε ένα κωλόμπαρο του Καστανά. Στην αρχή είχε τύψεις. Δε μπορώ να το κάνω στη Σοφία, έλεγε. Όταν η Σόνια του κατέβασε το φερμουάρ του παντελονιού και πήρε το παπάρι του Μπάμπη στο στόμα της, ο Μπάμπης ξέχασε και τη Σοφία και την Πίστη και την Αγάπη και την Ελπίδα.
Από τότε είχαν περάσει οκτώ χρόνια, το κοντέρ του Μπάμπη έγραφε 38 και το κέρατο πήγαινε σύννεφο. Κάποιες φορές του περνούσε από το μυαλό πως μπορεί και η Σοφία να του έκανε τα ίδια, αλλά μετά το ξεχνούσε. Η δική μου η γυναίκα δεν είναι πουτάνα, κύριε.
Η Σούλα περπατούσε για πάνω από δύο ώρες και ένα χαμόγελο είχε σχηματιστεί στο όμορφο πρόσωπό της. Είχε τελειώσει με τα δώρα και είχε τελειώσει και με τα δώρα που θα έκανε στον εαυτό της. Μεγάλη ιστορία αυτό το hondos center. Είχε πάρει και εκείνες τις γόβες που είχε σταμπάρει λίγες εβδομάδες πιο πριν. Εξακόσια ευρώ έσταξε, αλλά χαλάλι της.
Κόντευε τα 34, αλλά έδειχνε αρκετά μικρότερη. Δεν είχε παντρευτεί ποτέ. Δεν ήθελε. Ή μάλλον, ήθελε να παντρευτεί τον σωστό. Δεν της άρεσε να δουλεύει, αν και το έκανε. Δεν της άρεσε να μετράει τα χρήματα, αν και το έκανε. Δεν της άρεσε να περνάνε μήνες χωρίς να κάνει ένα ταξίδι, αν και το έκανε. Τα έκανε όλα αυτά, αλλά περίμενε υπομονετικά για να γνωρίσει τον σωστό άντρα. Αυτόν που όταν θα ήταν μαζί του... δεν θα τα έκανε. Είχε γνωρίσει τον Βασίλη πριν δύο χρόνια.
Γιος μεγαλεμπόρου που έπαθε έμφραγμα στην αγκαλιά μιας πεταλουδίτσας και βρέθηκε στον τάφο πριν την ώρα του, ο Βασίλης έμαθε τη δουλειά από μικρός. Δυσκολεύτηκε βέβαια στην αρχή, αλλά τα κατάφερε καλά. Κράτησε τους προμηθευτές, έκανε και μια επέκταση δραστηριότητας, να σου και οι εξαγωγές (πρώτα ανατολική Ευρώπη, μετά Μέση Ανατολή), ο Βασίλης τα πήγαινε πολύ καλά. Το χρήμα έπεφτε ζεστό. Και όταν γνώρίσε η Σούλα, ούτε που το σκέφτηκε. Έπεσε με τα μούτρα. Στο κάτω-κάτω, πρόβλημα οικονομικό δεν είχε. Θα την παντρευόταν με δόξα και τιμή και κανένα πρόβλημα. Περνούσαν καλά.
Μετά ήρθε η κρίση. Και μαζί της ήρθαν και τα προβλήματα. Οι προμηθευτές ζορίζονταν και ζόριζαν και τον Βασίλη. Οι πελάτες ζορίζονταν και έριχναν κανόνια στον Βασίλη. Ο Βασίλης άρχισε να χάνει τον ύπνο του. Όσο πήγαινε καλά η δουλειά, έβγαινε κάθε βράδυ με τη Σούλα και έβγαζαν γούστα. Όταν η δουλειά στράβωσε, που μυαλό για γούστα? Ακόμη και στο κρεβάτι, εκεί που κάποτε υπήρχε η τέλεια χημεία, τα πράγματα πλέον δε πήγαιναν καλά. Η Σούλα άρχισε να στραβώνει. Δεν είναι λίγο να καλομαθαίνεις και μετά τα πράγματα να αλλάζουν. Και τι θέλεις, τη ρώτησε εκείνος. Πρώτη του μήνα λήγουν πέντε επιταγές και δεν έχω ούτε χίλια ευρώ στο ταμείο. Πως θες να λειτουργήσω?
Η Σούλα το καλοσκέφτηκε. Και αφού το καλοσκέφτηκε, του πέταξε το κεραμύδι. Δέκα μέρες τώρα, η Σούλα ήταν και πάλι ελεύθερη και ωραία.
Κύριο μέλημα των πιστών, τις τελευταίες μέρες πριν τα χριστούγεννα, είναι η προετοιμασία του σώματος και της ψυχής, όπως προαναφέρθηκε. Επίσης, πρέπει να προετοιμαστεί το σπίτι. Τα χριστούγεννα πρέπει να τα περνάει μαζί, όλη η οικογένεια.
Κύριο μέλημα του Μπάμπη τις τελευταίες μέρες, πέρα από τις αναποδιές της δουλειάς, ήταν να πάρει τα δώρα που του ζήτησαν τα παιδιά του και να κάνει τη σωστή κράτηση για το βράδυ της παραμονής. Το είχε συζητήσει και με το Γιώργο. Νιόπαντρος ο παιδικός φίλος, είχε πάρει την αντιπροσωπεία στη Θεσσαλονίκη μιας εταιρίας που έφτιαχνε σοκολάτες και είχε καλέσει τον Χαμπέρογλου, τον ιδιοκτήτη της εταιρίας, για να περάσουν μαζί τις γιορτές. Για τον σαρανταπεντάρη Χαμπέρογλου, που μόλις είχε πάρει διαζύγιο, ήταν μια μοναδική ευκαιρία για λίγες στιγμές χαλάρωσης με τη Βάνα, μια εικοσιεπτάχρονη γκομενάρα που το είχε βάλει σκοπό να του τα φάει όλα. Για τον συνομίλικο του Μπάμπη, Γιώργο, ήταν μια μοναδική ευκαιρία να δεθεί με τον Χαμπέρογλου και να είναι σίγουρος για το μέλλον του.
Ο Μπάμπης έκλεισε τραπέζι στο γνωστό μπουζουξίδικο. Όχι τραπέζι ό,τι να'ναι. Πρώτο τραπέζι πίστα. Μια φορά το χρόνο είναι τα χριστούγεννα, αξίζει να τα γιορτάσουμε σωστά.
Κύριο μέλημα της Σούλας τις τελευταίες μέρες, πέρα από το να σβήνει τα απελπισμένα sms που της έστελνε ο Βασίλης, ήταν το τι θα κάνει το βράδυ της παραμονής. Είχαν κανονίσει με το Βασίλη, από το καλοκαίρι ακόμα, να πάνε λίγες μέρες στη Βιέννη. Τώρα πλέον η Βιέννη αποτελούσε μακρινή σκέψη και η Σούλα, σαν ελεύθερη και ωραία, έπρεπε να βρει τι θα κάνει.
Άρχισε να παίρνει φιλενάδες και γνωστές. Και από τη Τζένη, μια παλιά φιλενάδα ήρθε η λύτρωση. Θα έχω κόσμο στο σπίτι, έλα αν θέλεις. Μόνη να έρθω? Έλα και μόνη, έλα και με παρέα αν θέλεις. Εκεί θα κολλήσουμε?
Η Σούλα ήταν πολύ χαρούμενη. Μια φορά το χρόνο είναι τα χριστούγεννα, αξίζει να τα γιορτάσουμε σωστά.
Γύρω στις 3, οι πιστοί ξυπνάνε. Είναι ακόμη νωρίς για να αρχίσει η θεία λειτουργία, αλλά η προσμονή δεν αφήνει περιθώρια ή διάθεση για ύπνο. Στις 5 θα χτυπήσουν οι καμπάνες.
Η ώρα κόντευε 3 και ο Μπάμπης δε μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα του από τη Βάνα. Είχε γυρίσει κάποια στιγμή προς το Γιώργο, βάζοντας το χέρι του μπροστά στο στόμα για να μη φανεί τι έλεγε. Ρε, τι μουνί είναι αυτό που πηδάει ο Χαμπέρογλου? Σκάσε ρε, θα σ'ακούσει η Σοφία. Τι να ακούσει ρε? Εδώ μέσα? Η ημίγυμνη αοιδός είχε πιάσει το ρεφρέν ενός τραγουδιού της Ζήνα. Στην πίστα γινόταν πόλεμος. Πόλεμος για το ποια φοράει το πιο προκλητικό φόρεμα και πόλεμος για το ποιος θα πετάξει περισσότερα γαρύφαλλα. Ο Μπάμπης άπλωσε το πόδι του κάτω από το τραπέζι και ακούμπησε το πόδι της Βάνας. Εκείνη σάστισε στην αρχή. Μετά, όταν το βλέμμα της έπεσε στο δικό του, του χαμογέλασε με τρόπο. Δίπλα του η Σοφία, η γυναίκα του, που έτρωγε με τα μάτια το τεκνό που καθόταν στο διπλανό τραπέζι. Αχ και να σε είχα εδώ, σκέφτηκε. Ο Γιώργος πήρε από το χέρι τη γυναίκα του και τον Χαμπέρογλου και σηκώθηκαν. Η πίστα ήταν δίπλα. Ακολούθησαν η Βάνα και η Σοφία. Ο Μπάμπης σηκώθηκε κι αυτός, αλλά με κατεύθυνση την τουαλέτα. Λίγα λεπτά αργότερα, ήταν στην ίδια τουαλέτα και η Βάνα. Τελείωσε στο στόμα της.
Η ώρα κόντευε 3 και η Σούλα μιλούσε αποκλειστικά και μόνο με τον Κώστα από τις 11. Τον είχε προσέξει με το που μπήκε στο σπίτι. Σχεδόν δίμετρος, γυμνασμένος και γαλανομάτης. Ένα χρόνο μικρότερός της, αλλά αυτό δε την χαλούσε καθόλου. Η Τζένη είχε σκυλιάσει που την κάλεσε και της έφαγε το τεκνό, αλλά το έκρυβε επιμελώς. Το σπίτι είχε αρχίσει να αδειάζει.
Πάμε, τη ρώτησε. Πάμε, απάντησε αυτή και του χαμογέλασε. Μπήκαν στο αυτοκίνητό του και άρχισαν να φιλιούνται. Σφαίρα για το σπίτι του, κάπου στο Πανόραμα. Το έκαναν, το ξανάκαναν και ο Κώστας έπεσε σαν ξερός για ύπνο.
Περασμένες 8, η θεία λειτουργία έχει τελειώσει. Οι πιστοί έχουν μεταλάβει. Χαρούμενοι που συμμετείχαν στο μεγάλο μυστήριο της ορθοδοξίας, χαρούμενοι για τη γέννηση του θεανθρώπου, πηγαίνουν στα σπίτια τους.
Περασμένες 8, ο Μπάμπης ήταν ξαπλωμένος και κοιτούσε το ταβάνι. Άκουσε το κινητό του να δονείται. ΗΤΑΝ ΩΡΑΙΟ, ΑΛΛΑ ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΦΟΡΑ ΘΕΛΩ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ. ΒΑΝΑ. Δίπλα του η Σοφία, για μια ακόμη φορά κερατωμένη. Ρε, σκέφτηκε για μια ακόμη φορά, λες να μου κάνει κι αυτή τα ίδια. Για λίγες στιγμές, αισθάνθηκε το στομάχι του να σφίγγεται. Μετά ηρέμησε. Όχι κύριε, η δική μου γυναίκα δεν είναι πουτάνα. Άρχισε να γράφει ένα μήνυμα, αλλά με άλλο παραλήπτη. ΠΑΛΙΟΦΙΛΕ, ΤΕΤΟΙΕΣ ΜΕΡΕΣ ΘΥΜΑΜΑΙ ΤΙΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΠΟΥ ΖΟΥΣΑΜΕ ΣΑΝ ΠΑΙΔΙΑ. ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΝΟΗΜΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ. ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΠΑΛΙΟΦΙΛΕ ΚΑΙ ΕΥΧΟΜΑΙ ΝΑ ΞΑΝΑΒΡΕΙΣ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ ΣΤΗ ΖΩΗ ΣΟΥ. ΜΠΑΜΠΗΣ.
Περασμένες 8, η Σούλα ήταν ξαπλωμένη και κοιτούσε το ταβάνι. Άκουσε το κινητό της να δονείται. ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΜΩΡΟ ΜΟΥ. ΖΩ ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΘΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΜΑΖΙ. ΒΑΣΙΛΗΣ. Έσβησε το μήνυμα, μες στα νεύρα. Άει στο διάολο πια, λακαμά, μου έπρηξες το μουνί δέκα μέρες τώρα. Δίπλα της ο Κώστας, ο δίμετρος και γυμνασμένος παιδαράς με τα γαλάζια μάτια. Άρχισε να γράφει ένα μήνυμα, αλλά με άλλο παραλήπτη. ΕΥΧΟΜΑΙ Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΥ ΝΑ ΔΙΝΕΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΦΩΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΣΟΥ. ΣΟΥΛΑ.
Περασμένες 8, μετά από άπειρα ποτά στο Dizzy και δυο-τρεις μπύρες στο Λούκυ Λουκ (για να στρώσει το στομάχι), βγαίνω στην Προξένου Κορομηλά. Στρίβω δεξιά στη Μορκεντάου, το παγωμένο θαλασσινό αεράκι με ξυπνάει και κατηφορίζω προς τη Νίκης. Στα εκατό μέτρα ο Λευκός Πύργος. Βλέπω μερικά ηλικιωμένα ζευγάρια με το αντίδωρο στο χέρι. Καλημέρα σας και χρόνια πολλά, μου λέει μια χαμογελαστή γιαγάκα με κάτασπρα μαλλιά. Θέλω να την κλείσω σε μια γυάλα, μόνο και μόνο για να τη βλέπω κάθε πρωί και να μου πηγαίνει καλά η μέρα. Χρόνια καλά, απαντάω. Αισθάνομαι το κινητό να δονείται. ΠΑΛΙΟΦΙΛΕ, ΤΕΤΟΙΕΣ ΜΕΡΕΣ ΘΥΜΑΜΑΙ ΤΙΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΠΟΥ ΖΟΥΣΑΜΕ ΣΑΝ ΠΑΙΔΙΑ. ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΝΟΗΜΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩN. ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΠΑΛΙΟΦΙΛΕ ΚΑΙ ΕΥΧΟΜΑΙ ΝΑ ΞΑΝΑΒΡΕΙΣ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ ΣΤΗ ΖΩΗ ΣΟΥ. ΜΠΑΜΠΗΣ. Ένα ειρωνικό χαμόγελο σχηματίζεται στο πρόσωπό μου. Δευτερόλεπτα αργότερα, το κινητό δονείται και πάλι. ΕΥΧΟΜΑΙ Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΥ ΝΑ ΔΙΝΕΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΦΩΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΣΟΥ. ΣΟΥΛΑ.
Έχω περάσει απέναντι στην παραλία και έχω φτάσει μπροστά στον Λευκό Πύργο. Κάθομαι στο τοιχάκι, στρίβω τσιγάρο και το ανάβω. Ο καπνός μου καίει τα σωθηκά. Βγάζω το κινητό από την τσέπη. ΜΠΑΜΠΗ ΚΑΙ ΣΟΥΛΑ, ΚΟΨΤΕ ΤΟ ΔΟΥΛΕΜΑ ΓΙΑΤΙ ΘΑ ΓΑΜΗΘΟΥΜΕ.
Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2010
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου